Τα φάρμακα τύπου Ozempic μειώνουν τον κίνδυνο εθισμού σε αλκοόλ και ναρκωτικά
Δεδομένα από 600.000 ασθενείς δείχνουν λιγότερες υπερδοσολογίες και θανάτους σε όσους λαμβάνουν φάρμακα GLP-1.
Νέα επιστημονική μελέτη αναφέρει ότι οι ίδιες ουσίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο του διαβήτη και την απώλεια βάρους μπορεί να βοηθούν και στη μείωση της εξάρτησης από ουσίες όπως το αλκοόλ , τη νικοτίνη ή ακόμη και τα οπιοειδή. Τα ευρήματα προέρχονται από μεγάλη ανάλυση δεδομένων υγείας εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και ενισχύουν την υπόθεση ότι ο εθισμός ίσως επηρεάζεται από κοινές βιολογικές διαδικασίες στον εγκέφαλο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σεντ Λούις και βασίστηκε σε στοιχεία υγείας περισσότερων από 600.000 βετεράνων των ΗΠΑ που πάσχουν από διαβήτη τύπου 2. Οι επιστήμονες εξέτασαν κατά πόσο οι ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 εμφάνιζαν διαφορές όσον αφορά τις διαταραχές χρήσης ουσιών σε σύγκριση με όσους έπαιρναν άλλες θεραπείες για τον διαβήτη.
Τα φάρμακα αυτά –με πιο γνωστές δραστικές ουσίες τη σεμαγλουτίδη, τη λιραγλουτίδη και τη ντουλαγλουτίδη– αναπτύχθηκαν αρχικά για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η χρήση τους επεκτάθηκε σημαντικά, επειδή βοηθούν πολλούς ανθρώπους να χάσουν βάρος. Παράλληλα, ορισμένοι ασθενείς ανέφεραν κάτι απροσδόκητο: μετά την έναρξη της θεραπείας ένιωθαν μικρότερη επιθυμία για αλκοόλ ή τσιγάρο.
Οι πρώτες παρατηρήσεις οδήγησαν τους ερευνητές να εξετάσουν αν το φαινόμενο αυτό αφορά μόνο συγκεκριμένες ουσίες ή αν σχετίζεται με έναν πιο γενικό μηχανισμό στον εγκέφαλο που επηρεάζει την επιθυμία και την ανταμοιβή. Οι υποδοχείς GLP-1 υπάρχουν σε περιοχές του εγκεφάλου που συμμετέχουν στη ρύθμιση της ευχαρίστησης και των κινήτρων, γεγονός που ενίσχυσε την υπόθεση ότι τα φάρμακα ίσως μειώνουν τη βασική «ορμή» του εθισμού.
Πώς σχεδιάστηκε η μελέτη
Για να εξετάσουν αυτή την ιδέα, οι επιστήμονες ανέλυσαν ιατρικούς φακέλους 606.434 ασθενών. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο βασικές κατηγορίες: όσους δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί με διαταραχή χρήσης ουσιών και όσους ήδη αντιμετώπιζαν κάποιον εθισμό. Στη συνέχεια συγκρίθηκε η πορεία όσων λάμβαναν φάρμακα GLP-1 με ασθενείς που χρησιμοποιούσαν μια διαφορετική κατηγορία φαρμάκων για τον διαβήτη.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τα δεδομένα για διάστημα έως και τριών ετών από την έναρξη της θεραπείας. Στους ασθενείς χωρίς ιστορικό εθισμού εξετάστηκε αν εμφανίστηκε αργότερα πρόβλημα με ουσίες όπως αλκοόλ, κάνναβη, κοκαΐνη, νικοτίνη ή οπιοειδή. Στους ασθενείς που ήδη είχαν τέτοια διάγνωση καταγράφηκαν σοβαρές επιπλοκές, όπως επισκέψεις στα επείγοντα, νοσηλείες, υπερδοσολογίες ή θάνατοι που σχετίζονταν με τη χρήση ουσιών.
Ενδείξεις μείωσης του κινδύνου
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ακολουθούσαν αγωγή με GLP-1 είχαν συνολικά περίπου 14% μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν κάποια διαταραχή χρήσης ουσιών σε σχέση με όσους έπαιρναν άλλες θεραπείες για τον διαβήτη. Η διαφορά εμφανίστηκε σε αρκετές κατηγορίες: η πιθανότητα προβλήματος με το αλκοόλ ήταν μειωμένη κατά 18%, με την κάνναβη κατά 14%, ενώ για κοκαΐνη και νικοτίνη η μείωση έφτανε περίπου το 20%. Στην περίπτωση, μάλιστα, των οπιοειδών η μείωση άγγιζε το 25%.
Πρακτικά, αυτό μεταφράστηκε σε περίπου επτά λιγότερες νέες διαγνώσεις διαταραχής χρήσης ουσιών για κάθε 1.000 άτομα που λάμβαναν θεραπεία GLP-1. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι τα φάρμακα αυτά αποτρέπουν άμεσα τον εθισμό, όμως δείχνει μια σταθερή συσχέτιση που οι επιστήμονες θεωρούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Τα δεδομένα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακά για όσους ήδη αντιμετώπιζαν πρόβλημα εξάρτησης. Στην ομάδα αυτή, η χρήση φαρμάκων GLP-1 συνδέθηκε με λιγότερα σοβαρά περιστατικά. Μέσα σε τρία χρόνια σημειώθηκε μείωση 30% στις επισκέψεις στα επείγοντα, 25% στις νοσηλείες και περίπου 40% στα περιστατικά υπερδοσολογίας. Οι θάνατοι που σχετίζονταν με ουσίες ήταν κατά περίπου 50% λιγότεροι.
Μια νέα προσέγγιση στην αντιμετώπιση του εθισμού
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση του εθισμού παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Πολλές θεραπείες στοχεύουν σε μία μόνο ουσία, όπως τα υποκατάστατα νικοτίνης για το κάπνισμα. Για άλλες εξαρτήσεις, όπως αυτήν από τη μεθαμφεταμίνη, δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική η πιθανότητα ένα σκεύασμα να επηρεάζει τον κοινό μηχανισμό επιθυμίας για διαφορετικές ουσίες.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα φάρμακα GLP-1 ίσως «χαμηλώνουν την ένταση» της επιθυμίας που οδηγεί στον εθισμό. Κάτι αντίστοιχο έχει ήδη παρατηρηθεί σε περιστατικά αντιμετώπισης της παχυσαρκίας με GLP-1, όπου πολλοί ασθενείς αναφέρουν πως η συνεχής σκέψη γύρω από το φαγητό μειώνεται σημαντικά.
Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν ήδη τέτοια φάρμακα για διαβήτη ή παχυσαρκία. Αν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν και την εξάρτηση από ουσίες, ίσως ανοίξει ο δρόμος για μια εντελώς διαφορετική στρατηγική αντιμετώπισης των εθισμών, που θα στοχεύει όχι σε μία ουσία κάθε φορά, αλλά στον κοινό βιολογικό μηχανισμό της επιθυμίας.